Η ανησυχία των γονέων σχετικά με την ευημερία και την ανάπτυξη των παιδιών προσανατολίζεται συχνά γύρω από το άγχος αποχωρισμού. Μια μορφή έντονης διαμαρτυρίας από την πλευρά του παιδιού στην επικείμενη ή στην πραγματική απουσία του γονιού.
Τα ερωτήματα των γονέων:
Γιατί το παιδί μου παρουσιάζει άγχος κατά τον αποχωρισμό μας;
Πρόκειται για πρόβλημα ή αποτελεί μία φυσιολογική συμπεριφορά;
Πώς εκδηλώνεται το άγχος αποχωρισμού σε κάθε ηλικία; Πότε αρχίζει να φθίνει;
Πώς μπορώ να το διαχειριστώ ως γονέας;
Με ποιους τρόπους μπορώ να βοηθήσω συναισθηματικά το παιδί στη διαχείρισή του;
Ένα πλαίσιο κατανόησης:
Κατά τον Erikson, η ανάπτυξη του ανθρώπου διατρέχεται από περιόδους εσωτερικών κρίσεων, οι οποίες αν ξεπεραστούν θετικά ή αρνητικά φέρουν και το αντίστοιχο πρόσημο. Κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας, το διακύβευμα τίθεται ως εξής: θα κατακτήσει το βρέφος ένα αίσθημα εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας για τον κόσμο. Στην περίπτωση θετικής έκβασης αυτής της κρίσης, δηλαδή όταν το περιβάλλον ανταποκριθεί με συνέπεια, φροντίδα και σταθερότητα στις ανάγκες του παιδιού, το παιδί θα βιώσει τον κόσμο με εμπιστοσύνη και αισιοδοξία. Όταν όμως το περιβάλλον δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού ή δεν ανταποκρίνεται με συνέπεια και σταθερότητα, ο κόσμος θα βιωθεί ως αρνητικός ή απρόβλεπτος και θα κυριαρχεί η δυσπιστία.
Η δημιουργία ενός ισχυρού συναισθηματικού δεσμού με το βασικό πρόσωπο φροντίδας αυξάνει τις πιθανότητες για το παιδί να ανταποκριθεί αυτό το πρόσωπο στις ανάγκες του. Οι ανάγκες αυτές αφορούν τόσο στις βασικές ανάγκες φυσικής επιβίωσης όσο και της ψυχικής.
Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων και όσο η ευαισθησία του προσώπου φροντίδας στην ανταπόκριση των αναγκών του παιδιού είναι αρκετά καλή τα βρέφη θα αναπτύξουν ένα ασφαλή δεσμό με τους φροντιστές τους. Μία από τις εκδηλώσεις αυτού του δεσμού είναι το άγχος αποχωρισμού. Δηλαδή το άγχος, το οποίο το παιδί εκδηλώνει διαμαρτυρόμενο για την απουσία του προσώπου φροντίδας ή στο ενδεχόμενο αυτής της απουσίας.
Αυτό συμβαίνει επειδή το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι η ασφαλής του βάση.
Όταν ο γονιός ή γενικότερα το πρόσωπο με το οποίο το παιδί έχει αναπτύξει έναν ασφαλή δεσμό επιστρέφει, το παιδί ανακτά σχετικά γρήγορα την προ-απουσίας συναισθηματική του κατάσταση. Θα λέγαμε πως το παιδί γνωρίζει ότι ο γονιός θα συνεχίσει να αποτελεί μια ασφαλή βάση για το ίδιο, ώστε να μπορέσει να εξερευνήσει τον κόσμο.
Στην περίπτωση όμως που ο συναισθηματικός δεσμός είναι ανασφαλής, τότε ανάλογα με τον τύπο του ανασφαλούς δεσμού, δηλαδή ανασφαλής δεσμός αποφυγής ή αμφιθυμίας, το βρέφος είτε θα αποφύγει την εκδήλωση της εξάρτησής του από τον γονέα γιατί γνωρίζει ότι η έκφρασή της αποθαρρύνεται, είτε θα δώσει έμφαση στην εξάρτηση αυτή εκδηλώνοντας πολύ έντονη αναστάτωση, με σκοπό να αυξήσει τις πιθανότητες ανταπόκρισης.
Μέσα από αυτή την αναπτυξιακή λοιπόν οπτική μπορούμε να δούμε πώς το άγχος αποχωρισμού συνδέεται με τον συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσει το παιδί με τους φροντιστές και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανάπτυξής του.
Σχηματικά:
Θα λέγαμε πως σε κάθε πραγματική ή επικείμενη απουσία του προσώπου, με το οποίο το βρέφος έχει αναπτύξει συναισθηματικό δεσμό, θα το οδηγήσει σε άγχος. Το άγχος του εκδηλώνεται ως μια μορφή διαμαρτυρίας με κλάματα και φωνές. Όταν ο γονιός επιστρέψει και με την προϋπόθεση πως τα δυο πρόσωπα συνδέονται με ασφαλή δεσμό μεταξύ τους, αναμένουμε πως το βρέφος γρήγορα θα επανέλθει σε μια κατάσταση ηρεμίας. Εάν όμως η απουσία παραταθεί πέρα από το αναμενόμενο τότε το βρέφος είναι πολύ πιθανό να εκφράσει θυμό και απόγνωση. Ίσως και μία φαινομενική αδιαφορία. Εάν ωστόσο η απουσία ξεπεράσει κατά πολύ το όριο αντοχής του παιδιού, τότε αυτό προσπαθεί να αναδιοργανωθεί ψυχικά και να αποδεσμευτεί συναισθηματικά. Με άλλα λόγια προσπαθεί να βρει τους τρόπους ώστε να επιβιώσει ψυχικά.
Παραδείγματα:
Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε παραδείγματα που οι γονείς αναγκάστηκαν απρόοπτα να αποχωριστούν το παιδί, όπως π.χ. λόγω νοσηλείας κάποιου αδερφού/ης. Ή ακόμα η ασθένεια ενός από τους δυο γονείς. Πρόκειται για μια αιφνίδια απουσία, χωρίς προετοιμασία που τάραξε τις οικογενειακές ισορροπίες. Οδήγησε το παιδί σε ένα κατακλυσμιαίο άγχος ή και στη συναισθηματική αποδέσμευσή του. Χρειάζεται να κατανοήσουμε την αποδέσμευση σε αυτή την περίπτωση σαν μια στρατηγική επιβίωσης.
Την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος αποτελεί και το άγχος για τα ξένα πρόσωπα:
Πρόκειται λοιπόν για μία πτυχή του άγχους αποχωρισμού, αφού ο ξένος μπορεί να προμηνύει την επικείμενη απουσία του γονιού. Ένα ξένο πρόσωπο γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο τόσο γνωστικά όσο και συναισθηματικά από το παιδί. Ξένο ως προς το πρόσωπο της μητέρας, ως προς το πρόσωπο του πατέρα. Και ως προς όσους έχει δεθεί μαζί τους συναισθηματικά. Η αντίληψη αυτή πέραν του άγχους αποτελεί συνάμα και μία αναπτυξιακή κατάκτηση. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε το παράδειγμα ατόμων όπως π.χ. babysitter ή του προσωπικού του παιδικού σταθμού. ‘Οσων δηλαδή καλούνται να φροντίσουν το παιδί όταν οι γονείς επιστρέφουν στη δουλειά. Η διαδικασία αυτή απαιτεί φυσικά την κατάλληλη προετοιμασία, ώστε το ανοίκειο να γίνει σταδιακά οικείο για το παιδί και συνδεδεμένο με τη φροντίδα του.
Ηλικιακά:
Η έντονη εκδήλωση του άγχους αποχωρισμού ξεκινά γύρω στον 8ο μήνα και κορυφώνεται γύρω στους 12-18 μήνες. Μέχρι την ηλικία των 2,5-3 ετών το άγχος αποχωρισμού μειώνεται αισθητά σε σχέση με την αρχική εκδήλωσή του.
Η εκδήλωση άγχους αποχωρισμού στα μικρά παιδιά ανά φάσεις:
Όπως π.χ. με την έναρξη της σχολικής ζωής είναι κάτι το αναμενόμενο και δεν χρειάζεται να προκαλεί ανησυχία. Αντίθετα χρειάζεται να κινητοποιεί τον καθησυχασμό από την πλευρά των γονέων προς τα παιδιά τους, ώστε αυτά να εξοικειωθούν σταδιακά με τα νέα περιβάλλοντα, στα οποία εισέρχονται. Επίσης δύσκολα οικογενειακά γεγονότα όπως ασθένειες, απώλειες, διαζύγιο μπορεί πρόσκαιρα να οδηγήσουν τα παιδιά και τους εφήβους στην εκδήλωση άγχους αποχωρισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις το άγχος αναπτυξιακά μπορεί να μοιάζει ακατάλληλο. Συγκυριακά όμως μπορεί να γίνει κατανοητό στο πλαίσιο των καταστάσεων που βιώνει το παιδί τη δεδομένη χρονική περίοδο.
Πως μπορούν να στηρίξουν οι γονείς το παιδί τους στη διεργασία του αποχωρισμού;
- Δώστε χώρο στη συναισθηματική έκφραση του παιδιού μέσω της ενεργητικής ακρόασης. Εφόσον το παιδί δεν βρίσκεται ακόμη σε ηλικία που μπορεί να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του, μπορείτε να τα ονοματίσετε εσείς, καθησυχάζοντάς τα για την παροδικότητα του αποχωρισμού. Τα παιδιά μπορεί να μην κατανοούν ακόμη το περιεχόμενο έχουν όμως πολύ ευαίσθητες κεραίες. Αντιλαμβάνονται δηλαδή την πρόθεσή σας να τα ανακουφίσετε από τα δυσάρεστα συναισθήματά τους. Στα μεγαλύτερα παιδιά που καταλαβαίνουν και έχουν κατακτήσει το λόγο με αυτό τον τρόπο τους προσφέρετε ένα πλαίσιο κατανόησης που λειτουργεί για αυτά καθησυχαστικά.
- Κρατήστε σταθερά όρια και ψύχραιμη στάση. Είναι προτιμότερο να μην καθυστερείτε άσκοπα την ώρα του αποχωρισμού. Η δική σας ψυχραιμία του μεταφέρει το μήνυμα πως δεν πρόκειται για κάτι τόσο τρομαχτικό. Εν τέλει αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς σας, που συνοδεύεται από την επιστροφή
- Πλαισιώστε αν χρειαστεί τον αποχωρισμό σας με ένα μικρό τελετουργικό. Μια αγκαλιά, ένα τρυφερό φιλί, μια κουβέντα για τη χαρά της επιστροφής. Οτιδήποτε μπορεί να προσδώσει μια σταθερότητα και να τον εντάξει σε μία ρουτίνα. Αποφύγετε να αποχωρήσετε στα κρυφά. Οι γονείς συνήθως νομίζουν ότι με αυτό τον τρόπο διευκολύνουν τα παιδιά. Στην πραγματικότητα όμως μπορεί αυτή η πρακτική να ταράξει το αίσθημα εμπιστοσύνης του παιδιού προς τους ίδιους.
- Στα μικρά παιδιά τα μεταβατικά αντικείμενα ανακουφίζουν τα δυσάρεστα συναισθήματα του αποχωρισμού. Πρόκειται για αντικείμενα, τα οποία το ίδιο το παιδί επιλέγει, όπως παραδείγματος ένα κουκλάκι, ένα παιχνίδι, μια κουβερτούλα κ.α. Το παιδί μοιάζει να μην τα αποχωρίζετε γιατί στην ουσία η χρήση τους λειτουργεί κατευναστικά στο άγχος.
- Συζητήστε με τα μεγαλύτερα παιδιά για τις δραστηριότητες, με τις οποίες θα μπορούσαν να ασχοληθούν όσο θα λείπετε. Μη διστάσετε να ακολουθήσετε την τεχνική του καταιγισμού ιδεών. “Ας σκεφτούμε μαζί πως θα μπορούσε να περάσει ευχάριστα η ώρα σου το χρονικό διάστημα που θα λείπω. Ας γράψουμε σε ένα χαρτί όλες τις ιδέες που σου έρχονται στο μυαλό, χωρίς πολλή σκέψη και αφού τις καταγράψουμε πάμε να βρούμε μαζί την καλύτερη λύση.”
- Επενδύστε σε σταθερά πρόσωπα, τα οποία μπορούν να αναλάβουν τη φροντίδα του παιδιού όσο εσείς θα λείπετε. Πρόσωπα τα οποία εμπιστεύεστε και με τα οποία το παιδί μπορεί να αναπτύξει ένα δεσμό σταθερότητας και ασφάλειας.
- Επεξεργαστείτε το δικό σας άγχος για τον αποχωρισμό. Πολύ συχνά τα συναισθήματα του γονιού καθρεφτίζονται στο παιδί, χωρίς ωστόσο αυτά τα συναισθήματα να είναι συντονισμένα με τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού.
- Επαινέστε το παιδί. Για κάθε μικρό ή μεγαλύτερο βήμα που κάνει ως προς τη διαχείριση του άγχους του αποχωρισμού.
Ωστόσο εάν το άγχος αποχωρισμού τείνει να εδραιωθεί σε μεγαλύτερα παιδιά τότε ξεπερνά την αναπτυξιακή δυναμική. Τότε μπορεί να αποτελέσει μία ψυχική δυσκολία ή ακόμα και μια συναισθηματική διαταραχή. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να συνδέεται με ένα αίσθημα φόβου σε πολλά και διάφορα πλαίσια.
Παρατηρείτε έντονη ανησυχία, φτωχή συγκέντρωση ή ευερεθιστότητα και γενικότερα συμπτώματα ψυχικής δυσφορίας; Θα χρειαστεί να υποστηρίξετε συναισθηματικά το παιδί τους, προσφέροντας ενθάρρυνση, κατανόηση και ενεργητική ακρόαση στις ανάγκες και τους προβληματισμούς του. Παράλληλα θα ήταν βοηθητικό να ζητήσετε και τη συνεισφορά ενός ειδικού ψυχικής υγείας για μια εξειδικευμένη και στοχευμένη προσέγγιση των δυσκολιών του παιδιού και την στήριξη της οικογένειας.
Προτεινόμενη βιβλιογραφία:
Kaplan & Sadocks Επίτομη Ψυχιατρική Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσα
Bowlby, J. Attachment. New York: Basic Books, 1982

